Της Ελένης Φ. Φιλιππίδου

page36-1004-full.jpg

Η Νέα Βύσσα με πληθυσμό 3.300 κατοίκους, βρίσκεται στις χαμηλές παρέβριες περιοχές και στο βορειοανατολικότερο πεδινό σημείο το νομού Έβρου, νότια από την παλιά ελληνική πόλη, Αδριανούπολη. Πρόκειται για ένα από τρία αστικοποιημένα χωριά που συναντιούνται στην ευρύτερη περιοχή του νομού Έβρου, μαζί με τα χωριά των Ριζίων και των Καστανεών. Η σημερινή Νέα Βύσσα περιλαμβάνει δύο οικισμούς. Την Κάτω Βύσσα, χτισμένη στην πεδιάδα του Έβρου και την Άνω Βύσσα στην παρακείμενη, δυτικά, λοφοσειρά συνολικής έκτασης 2.000 στρεμμάτων.

Οι κάτοικοί της, όπως προκύπτει από τη μελέτη των ηθών και των εθίμων τους, αλλά και της ψυχοσύνθεσης τους, προέρχονται κατά πάσα πιθανότητα από τον πανάρχαιο ισχυρότατο και πολεμικό λαό της Θράκης των Βησσών ή Βέσσων ή Βεσσών. Μέχρι τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, δεν γίνεται καμιά αναφορά για την ύπαρξη του χωριού, ούτε από ιστορικούς, ούτε από γεωγράφους, ούτε ακόμη και από περιηγητές. Η αρχή της ίδρυσης του χωριού πρέπει να αναζητηθεί σε γενικά δεδομένα και στην παράδοση, η οποία έχει εμπλακεί με πολλές φανταστικές αναφορές και έχει δημιουργήσει ποικίλες εκδοχές.

  Την εποχή της Τουρκοκρατίας μια μικρή ομάδα οικογενειών κατοικεί σε έναν μικρό οικισμό, σε απόσταση 8 με 10 χλμ. περίπου νοτιοδυτικά της Αδριανούπολης, στις παρυφές υψωμάτων με την ονομασία Παλάτι. Ο οικισμός αυτός, επειδή διέτρεχε τον κίνδυνο του πλήρους αφανισμού, λόγω του ότι βρισκόταν υπό τη διαρκή απειλή ληστών αναγκάστηκε να μετοικήσει πλησιέστερα προς την Αδριανούπολη, όπου και περιορίζονταν οι κίνδυνοι. Στον τόπο όπου εγκαταστάθηκαν οι λίγες αυτές οικογένειες κατοικούσαν Βόσνιοι αιχμάλωτοι και για το λόγο αυτό με τον καιρό ονομάστηκε Μπόσνα (τόπος των Βοσνίων), ενώ οι Τούρκοι τον αποκαλούσαν Μποσνάκιοϊ. Οι πρώτοι αυτοί κάτοικοι ενώθηκαν με εξόριστους Χριστιανούς, με κατοίκους του οικισμού Παλατάκι και άλλες χριστιανικές οικογένειες που μετέβησαν εκεί από διάφορες γωνιές της Αυτοκρατορίας, όπως Φιλιππούπολη, Ανδριανούπολη, Χίο, Βάρνα, Σαράντα Εκκλησιές, Μικρά Ασία, Πόντο και άλλες περιοχές και δημιούργησαν το Μποσνοχώρι ή Βοσνοχώρι. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η παραμονή των Βοσνίων ήταν βραχύχρονη και κατά συνέπεια δεν υπήρξε καμία αφομοίωση με τους ντόπιους. Βέβαια σαν αποτέλεσμα της διέλευσης των Βοσνίων από το μέρος εκείνο έμεινε μόνο η ονομασία του οικισμού ως Βοσνοχώρι.

  Τον Αύγουστο το 1923, με την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης, η οποία ρύθμιζε τα σύνορα και την ανταλλαγή των πληθυσμών, η Μπόσνα δόθηκε στους Τούρκους, μαζί με την Σιδηρόπετρα (Ντεμιρτάς). Οι κάτοικοι του Βοσνοχωρίου (Μπόσνα) εγκαταστάθηκαν στην τωρινή τοποθεσία 4 χλμ. νοτιότερα, δίπλα στα σύνορα, σε περιοχή που βρισκόταν ο τουρκικός οικισμός Αχύρκιοϊ ή Αχυροχώρι και ο οποίος το 1932 μετονομάστηκε σε Νέα Βύσσα. Είναι δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς την καθιέρωση αυτής της ονομασίας. Κατά πάσα πιθανότητα το όνομα αυτό δόθηκε στο Μποσνοχώρι ως ανάμνηση της αρχαίας θρακικής πόλης Βίσας. Μπορεί ωστόσο η ονομασία να οφείλεται και σε διοικητικούς λόγους.

  Διατηρώντας δια μέσω των αιώνων την Ελληνική ορθόδοξη φυσιογνωμία του, το Μποσνοχώρι, κατάφερε να επιβιώσει μέσα από ιδιαίτερες αντίξοες συνθήκες της Οθωμανικής περιόδου και να αναδείξει κορυφαίες προσωπικότητες των επιστημών, των τεχνών και των γραμμάτων.

  Από το Μποσνοχώρι καταγόταν ο Γιώργης Παπάς ή Καραγιώργης ή Κούρτογλου ο οποίος μαζί με το γιο του και τα αδέλφια του έτρεξαν να οργανωθούν στη Φιλική Εταιρία. Ο Καραγιώργης ήταν αρχηγός πολεμικού σώματος του Υψηλάντη κατά την Επανάσταση στη Μολδοβλαχία. Διακρίθηκε ιδιαίτερα σε μάχες στο Γαλάτσι και στο Σκουλένι όπου έχασε τα αδέλφια του και τραυματίστηκε και ο ίδιος. Μισοπεθαμένος σώθηκε στο ρωσικό έδαφος και μετά τη θεραπεία του, έφτασε επικεφαλής στρατιωτικού τμήματος στην Ελλάδα όπου και πολέμησε ηρωικά με το Μαυροκορδάτο στο Μεσολόγγι, με τον Καραϊσκάκη στο Χαϊδάρι, στην Αράχωβα, με τον Κολοκοτρώνη στη Δραμπάλα κ.α. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης τον αναφέρει τιμητικά: "... όπου ανδραγάθησε εις αυτήν την μάχην ο Καραγιώργης.... εμονομάχησε μόνος αυτός εναντίον είκοσι Τούρκων...". Μετά το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης ο Καραγιώργης δεν αμείφθηκε και μη μπορώντας να επανέλθει στη γενέτειρά του, στη Μπόσνα της Αδριανούπολης, διότι αυτή έμεινε υπόδουλη στους Τούρκους, έζησε πάμπτωχος και άσημος στην Αθήνα, εργαζόμενος ως ρακοπώλης μέχρι το θάνατό του, που επήλθε το 1854 από επιδημία χολέρας.

  Το Μποσνοχώρι υπήρξε γενέτειρα και της εξέχουσας οικογένειας των Καραθεοδωρήδων, μέλη της οποίας ανήλθαν στα ύπατα αξιώματα της Αυτοκρατορίας και απέσπασαν παγκόσμια αναγνώριση, χωρίς να αλλάξουν την ορθόδοξη πίστη τους ή να αρνηθούν την ελληνική τους συνείδηση.
  Ο Στέφανος Καραθεοδωρής (1789-1867) γεννήθηκε στο Μποσνοχώρι της Αδριανούπολης και σπούδασε ιατρική, μαθηματικά, φιλοσοφία και φιλολογία στην Αδριανούπολη, στις Κυδωνίες και στην Πίζα, αποκομίζοντας πολλά επιστημονικά εφόδια και μια απέραντη γλωσσομάθεια, γνωρίζοντας συνολικά δεκαεπτά γλώσσες. Το 1819 αναγορεύθηκε διδάκτορας της ιατρικής και ανέλαβε τη διεύθυνση της Ελληνικής σχολής Αδριανούπολης. Όταν ιδρύθηκε η Ιατρική Σχολή στην Πόλη ορίσθηκε πρώτος διευθυντής και ισόβιος καθηγητής, ασχολούμενος με τα εθνικά εκπαιδευτικά πράγματα του έθνους. Στην Πόλη χρημάτισε αυτοκρατορικός ιατρός για 34 χρόνια και το 1930 κατέλαβε τη θέση του συμβούλου στο Υπουργείο Παιδείας. Εκτός αυτών κατόρθωσε να εισέλθει στη διπλωματική υπηρεσία της Υψηλής Πύλης ως γραμματέας και αργότερα ως πρεσβευτής της στις Βρυξέλλες, στην Πετρούπολη και στο Βερολίνο. Τα υψηλά καθήκοντα που κατέλαβε ο Στέφανος Καραθοδωρής δεν επηρέασαν το ακέραιο του χαρακτήρα του, αντιθέτως αποτέλεσαν την ευκαιρία για αυτόν να φανεί χρήσιμος στους ομογενείς την Πόλης και της Θράκης και να προσφέρει στο Έθνος. Διατέλεσε επιπλέον συνιδρυτής και πρώτος πρόεδρος του "Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου" Κωνσταντινουπόλεως και μέλος του εθνικού μικτού συμβουλίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Νυμφεύτηκε την κόρη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Λουκία και απέκτησαν δύο γιους και πέντε θυγατέρες.
  Λαμπρός γόνος της δυναστείας Καραθεοδωρή υπήρξε και ο Αλέξανδρος Καραθεοδωρής (1833-1906), γιος του Στεφάνου, ο οποίος χρημάτισε υφυπουργός του Σουλτάνου και κατάφερε να αναλάβει το χαρτοφυλάκιο του οθωμανικού Υπουργείου εσωτερικών. Το 1885 διορίζεται ηγεμόνας Σάμου και αργότερα γενικός διοικητής Κρήτης. Στο συνέδριο του Βερολίνου το 1878, συνέβαλε τα μέγιστα στον περιορισμό των επεκτατικών διαθέσεων της Βουλγαρίας σε βάρος της Ελλάδας, περιορίζοντας κατά 1/3 τα εδάφη που παραχωρούσε στη Βουλγαρία η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου.
  Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (1873-1950), υπήρξε δάσκαλος του Αϊνστάιν, ένας από τους κορυφαίους μαθηματικούς παγκοσμίως και ο μεγαλύτερος Έλληνας μαθηματικός του αιώνα μας. Διατέλεσε καθηγητής στο Πολυτεχνείο του Ανόβερου, στα Πανεπιστήμια της Γοτίγγης, του Βερολίνου και της Αθήνας, στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Επιπλέον υπήρξε οργανωτής του Ιωνικού Πανεπιστημίου Σμύρνης και κατά τη Μικρασιατική καταστροφή κατόρθωσε να διασώσει την Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη και να την μεταφέρει στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών.



Πηγές :
⇨ Ελένη Φ. Φιλιππίδου, Χορευτική Παράδοση και Μετασχηματισμός. Η περίπτωση του χωριού Νέα Βύσσα Ορεστιάδας του Νομού Έβρου. Ιστορική-Συγκριτική και Μορφολογική προσέγγιση, Πτυχιακή Εργασία, Βιβλιοθήκη Τ.Ε.Φ.Α.Α Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα 2006.
⇨ Μ. Κούκος, , "Οι Θράκες στους Αγώνες του 21", Θρακική Επετηρίδα, τ. 2, Εταιρία Θρακικών Μελετών, Αθήνα 1981, σελ. 85-161.
⇨ Θ. Κυρκούδης, Η προσφορά των Θρακών στους Αγώνες του Έθνους 1453-1923, Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας. Πρόγραμμα Διαπολιτισμικής Εκπαιδευτικής Στήριξης Θράκης, Αθήνα 1998, σελ. 20.
⇨ Α. Π. Ευθυμιάδης, Η συμβολή της Θράκης στους απελευθερωτικούς αγώνες του Έθνους (από το 1361 έως το 1920), Αλεξανδρούπολη 2001, σελ. 328-331.
⇨ Ευ. Καμαριανάκη, Στέφανος Καραθοδωρής "Πνευματικαί και Ηρωικαί Μορφαί της Θράκης", Ν.Ε.Λ.Ε., Αλεξανδρούπολη 1974, σελ.227.
⇨ Ευ. Τσιακίρη "Η προσφορά των Θρακών εκπαιδευτικών στα γράμματα και στο Έθνος", Θρακικός Οιωνός, τεύχος Α, ΕΑΡ, Αλεξανδρούπολη 1997, σελ. 14-15.
⇨ Δ. Καραθεοδωρή-Ροδοπούλου και Δ. Βλαχοστεργίου-Βασβατέκη, Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή. Ο σοφός Έλλην του Μονάχου, Αθήνα 2000.
⇨ Π. Χαλιά-Στεφάνου, Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (1873-1950). Ο Έλληνας Επιστήμονας και Δάσκαλος του Αϊνστάιν, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χίου, Χίος 2006, σελ. 11-12.
⇨ Κ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του βόρειου Ελληνισμού: Θράκη, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1990
⇨ Σ.Ν. Κεκρίδης, "Παραδοσιακός πολιτισμός και κοινωνική δομή της ελληνικής Θράκης στις δεκαετίες του 1920 και του 1960", στον τόμο Θράκη. Ιστορική και Λαογραφική προσέγγιση του λαϊκού πολιτισμού της, (επμ) Μ.Γ. Βαρβούνης, Αλήθεια, Αθήνα 2006, σελ. 37.

foto