"ΤΕΜΠΕΛΕΚΙΑ"
Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα της Νέας Βύσσας


Της Ελένης Φ. Φιλιππίδου


tempelekia4.jpg

Εισαγωγή

Τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα της Νέας Βύσσας έχουν μια ιδιαίτερη ονομασία. Είναι τα λεγόμενα "Τεμπελέκια" ή "Τιμπελέκια", τα οποία τελούνται την παραμονή και ανήμερα των Χριστουγέννων. Η ονομασία "Τεμπελέκια" οφείλεται στο συνοδευτικό όργανο του τραγουδιού των παλληκαριών, το λεγόμενο "Τεμπελέκι" ή "Νταϊρέ". Ο "Νταϊρές" είναι ο λεγόμενος νταχαρές ή καλύτερα το γνωστό ντέφι.

ntaires.jpg

Οι συμμετέχοντες

Από το 1940 τα παλληκάρια της Νέας Βύσσας, οργανώνονταν σε "τσέτες", σε παρέες δηλαδή των 12 ατόμων, που συμβόλιζαν τους 12 Αποστόλους του Χριστού. Την "τσέτα" συνόδευε πάντα και ο "Καμηλάρης". Ο "Καμηλάρης" ήταν ένα μεταμφιεσμένο παλληκάρι, ντυμένο με προβιές ζώων και μάσκα φτιαχτή, υφασμάτινη στο πρόσωπο, ώστε να μην αναγνωρίζεται. Στη μέση ήταν ζωσμένο με κουδούνια, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να αναγγείλει το μήνυμα της γέννησης του Χριστού και κρατούσε μια μεγάλη ξύλινη "παλούκα". Ο "Καμηλάρης" ήταν ο προστάτης της "τσέτας" από τις επιθέσεις των σκυλιών αλλά και από οποιοδήποτε άλλο "εχθρό".

Η φορεσιά

Οι συμμετέχοντες στα "Τεμπελέκια", εκτός από τον "Καμηλάρη", ο οποίος φορούσε ειδική αμφίεση, φορούσαν την ακόλουθη στολή:
- Ένα κουστούμι της εποχής εκείνης, (παντελόνι, σακάκι, πουκάμισο).
- Τραγιάσκα στο κεφάλι.
- Το παλληκαρίσιο μαντήλι, ριγμένο στη πλάτη, γύρω από το λαιμό με τα δυο του άκρα να πέφτουν μπροστά στο στήθος.
- Ένα πράσινο κλωνάρι κισσού, καρφιτσωμένο πάνω στο σακάκι στο μέρος της καρδιάς, το οποίο λέγεται ότι συμβόλιζε τη γονιμότητα. Τα φύλλα του κισσού ήταν επιχρυσωμένα, "βαρακομένα", όπως τα λένε στη Βύσσα.

Η σκοπιμότητα

Τα παλληκάρια της Νέας Βύσσας συμμετείχανε στα "Τεμπελέκια" για τρεις κυρίως λόγους:
1) γιατί έτσι θέλει το έθιμο,
2) για να συγκεντρώσουν χρήματα
3) για να έρθουν σε επαφή τα μέλη της "τσέτας" με τις κοπέλες που τα περίμεναν στα σπίτια τη μέρα αυτή και να αρχίσουν τα προξενιά.

Ο αγερμός

Τα "Τεμπελέκια" είχαν αγερμικό χαρακτήρα. Όλα ήταν κανονισμένα προ ημερών. Πού θα πάνε, σε ποιο σπίτι πρώτα, σε ποιο ύστερα, από ποιες αυλές θα περάσουν. Τα παλληκάρια γυρνούσαν όλα τα σπίτια του χωριού και έψαλλαν Χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Άλλα έψαλλαν στο δρόμο, άλλα στην είσοδο, του σπιτιού, άλλα μέσα στο σπίτι, άλλα επαινούσαν το νοικοκύρη, άλλα τη νοικοκυρά, άλλα τον παππού, άλλα τη γιαγιά, άλλα τη θυγατέρα, άλλα το στρατιώτη, άλλα το νιόπαντρο κ.ο.κ. Ο καθένας είχε το δικό του τραγούδι.

Πριν ξεκινήσουν τον αγερμό τραγουδούσαν το τραγούδι του Χριστού (στο δρόμο):

"Χριστός γεννιέτι, χαρά στον κόσμο, στα παλληκάρια κι στα κουρίτσια, στις παντριμένις, τσ' αρρβουνιασμένις.. Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες η Παναγιά μας κοιλοπονούσε. Κοιλοπονούσε, παρακαλούσε όλους τους Άγιους, τους Αποστόλους. Τρεις Αρχαγγέλοι για μύρο τρέχουν, τρεις Αποστόλοι μαμή γυρεύουν. Κι ώσπου να πάνι κι ώσπου να έρτουν η Παναγιά μας ξηλητηρώθει. Μέσα στις δάφνες, μέσ' τα λουλούδια, κάνει το γήλιο με το φεγγάρι κάνει το σπίτι, το νοικοκύρη, τη φαμελιά του, με τα παιδιά του με τα εγγόνια, τα προσεγγόνια."



Στο δρόμο έψαλλαν το τραγούδι του Έρωτα:

"Αντίκρισα το γέροντα σ' ένα στενό σοκάκι τριαλαλόμ, τριαλαλαλόμ. Στάθηκα κι τον ρώτησα πως πιάνεται η αγάπη τριαλαλόμ, τριαλαλαλόμ. Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει τριαλαλόμ, τριαλαλαλόμ. Κι από τα χείλη στη καρδια, Ριζώνει και δε βγαίνει τριαλαλόμ, τριαλαλαλόμ. Κι αν ρίζωσε, κλωνάρισε έκανε ένα λουλούδι τριαλαλόμ, τριαλαλαλόμ. Κι όποιος το μοσχομύρισε αγάπη δε χορταίνει τριαλαλόμ, τριαλαλαλόμ."



Μόλις έφταναν στην αυλή του σπιτιού, που είχε κορίτσι της παντρειάς, άρχιζαν το:

"Δεν ακούς πιριστιρούδα μου ήρθα στου μαχαλά σου, χρυσή κουρδέλα σι 'φιρα να, να δέσεις τα μαλλιά σου. Ανοιξι κυρά μ’ την πόρτα σου, την πόρτα σ' την καρένια, έχου δυο λόγια να σι πω κι κείνα ζαχαρένια."



Στη συνέχεια, όλα τα παλληκάρια έμπαιναν μέσα στο σπίτι. Κάθονταν στον μεγάλο "ουντά", στο "χαγιάτ(ι)"και μπροστά σε όλα τα μέλη του σπιτιού έλεγαν και τα ανάλογα τραγούδια, αρχικά όμως τραγουδούσαν το τραγούδι του Χριστού.

Τραγούδι του Χριστού (μέσα στο σπίτι):

"Αρχην τα δόξα το Χριστό, Χρίστος τώρα γεννιέτι, γεννιέτι κι βαφτίζιτι στους ουρανούς απάνου, και πάλι θέλ' να κατεβεί στο θρόνο να καθίσει, στο μόσχο και στο λίβανο και στη πολλή θυμιάμα, το μόσχο έχουν άρχοντες και την πολλή θυμιάμα."



Τραγούδι του αφέντη:

"Εδώ ήρθαμε για να παίξουμε στ' αφέντη μας τις πόρτες που έχει αυλές μαρμαρωτές και σπίτια χρυσομένα και τα παραθυρίτσια του μαρμαροκεντημένα που μέσα χύνει το φλουρί και απ’ έξω το λογάρι, στου λογαριού μας τον αχνό κοιμάτι γιος αφέντης, κοιμάτι κι νειριάζιτι πόσες χιλιάδις έχει, μι το κιλό τα μέτρισι, μες το σαπέτ' τα βάζει, μι κειν' του καλουμέτρημα κιρνάει τα παλληκάρια. Κέραστα αφέντη μ' κέραστα να πιούνι στην υγειά σου, να πιουν, να ξεβραχνιάσουνι, να λεν καλά τραγούδια."



Τραγούδι της κυράς:

"Κυρά μ' χρυσή, κυρά μ' 'ργυρή, κυρά μαλαματένια κυρά μ' όταν στολίζεσαι έχεις χαρά μεγάλη, έχεις τον ήλιο πρόσωπο και το φέγγαρι ακαίριο το άστρο τον αυγερινό καθάριο δαχτυλίδι."



Τραγούδι του άρχοντα και της αρχόντισσας (του παππού και της γιαγιάς):

"Αρχόντς μι την αρχόντισσα στη σκάλα κατεβαίνει, όσα σκαλοπατήματα, τόσα λόγια της λέει. Έχεις στη ρόκα σου μαλλί, στ' αδράχτι σου κανέλα κι στο ζαλούφι σου μπουρμά, καρφίτσα κουκαλένια."



Τραγούδι για το αρραβωνιασμένο παλληκάρι:

"Το παλικάρι τ’όμορφο παέν ν’αρραβωνιάσει, στην μιαν την τσέπη το φλουρί, στην άλλη το μαργαρτάρι, σαλντάει να βγάλει το φλουρί βγάζει το μαργαριτάρι."



Τραγούδι για το αρραβωνιασμένο κορίτσι:

"Μια πέρδικα στου μαχαλά κουντεύει ννα πιτάξει, μιτάξι κι αν καλάμιζε, σύρμα κι αν μασουρίζει, στους ουρανούς του μάζιυει, στουν κάμου του τυλίζει κι μεσ' τη μέσ' τη θάλασσά στήνει τουν αργαλειό της. Μαλαματένιος αργαλειός, μαλαματένιο χτένι, μαλαματένια πέρδικα που κελαηδεί και 'φαίνει."



Μετά το τέλος των τραγουδιών, κάποιο μέλος της "τσέτας", πετούσε στο πάτωμα το "νταϊρέ" του και μέσα σε αυτό έριχνε χρήματα ο αφέντης του σπιτιού και έδινε και κάποιες δραχμές και στο "Καμηλάρη". Στη συνέχεια οι νοικοκυρές κερνούσαν τα παλληκάρια ένα ποτήρι κρασί με μια φέτα λεμόνι λεμόνι, καθώς και ένα κομματάκι τυρί.

Βγαίνοντας από το σπίτι για να πάνε στο επόμενο, τα παλληκάρια τραγουδούσαν:
"Π’ αρχοντικό κι αν βγήκαμι, σ’ αρχοντικό θα πάμι."

Από το χθες στο σήμερα

Σήμερα τα "Τεμπελέκια" δεν έχουν την αίγλη, που είχαν παλιότερα. Λίγες ομάδες, αποτελούμενες από 4-5 άτομα, ή και μεμονωμένα άτομα καμιά φορά, γυρνάνε ορισμένα σπίτια του χωριού και ψάλλουν κάποιους στίχους τραγουδιών, με απώτερο σκοπό τη συγκέντρωση όσο το δυνατόν περισσότερων χρημάτων. Το γεγονός δεν είναι κατακριτέο, άλλωστε και η κοινωνία δεν παραμένει σταθερή, αλλά εξελίσσεται επηρεαζόμενη από τις εκάστοτε συνθήκες. Έτσι σήμερα οι συνθήκες του παρελθόντος που ευνοούσαν την τέλεση των δρωμένων έχουν εκλείψει. οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πια σε προλήψεις και δεισιδαιμονίες και η άποψη "έτσι πρέπει" ή "έτσι το θέλει το έθιμο" δεν γίνεται πια αποδεκτή. Ακόμα και έτσι όμως, τα "Τεμπελέκια" συνεχίζουν να υφίστανται, έστω και με διαφορετική μορφή και με διαφορετική σκοπιμότητα, γιατί όπως είπε και ο Σεφέρης:


"… Παράδοση δε σημαίνει απαρίθμηση και μνείες παλαιών τίτλων, αλλά έργα που ζουν και γονιμοποιούν τη δημιουργική φαντασία των σημερινών ζωντανών ανθρώπων…".




ΤΟ ΧΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ ΤΟΥ "ΜΠΕΗ"


της Ελένης Φ. Φιλιππίδου
Πτυχιούχου Τ.Ε.Φ.Α.Α Πανεπιστημίου Αθηνών
Ερευνήτριας-Χοροδιδασκάλου


Το χορευτικό δρώμενο του "Μπέη" είναι ένα ευετηριακό θρακικό δρώμενο το οποίο ανήκει στον κύκλο των εθίμων της Αποκριάς, συνοδεύεται από ένα σύνολο χορών και σχετίζεται με την προαγωγή της βλάστησης. Το δρώμενο τελούνταν την επόμενη της Κυριακής της Αποκριάς. Ξεκινούσε το πρωί της Δευτέρας και τελείωνε αργά το απόγευμα.

Το ντύσιμο
Κύριο χαρακτηριστικό του δρωμένου ήταν η μάσκα και η μεταμφίεση. Οι μεταμφιέσεις ποίκιλλαν: από την επίσημη τοπική γιορταστική φορεσιά έως την καθημερινή - ιδιωτική - κωμική (εσώρουχα, κουρέλια).
Στο έθιμο επομένως του "Μπέη", γινόταν η μεταμφίεση ενός άντρα ο οποίος ντυνόταν όπως ο Τούρκος Μπέης. Φορούσε ένα καλάθι στο κεφάλι το οποίο ήταν στολισμένο με φούντες και κουδούνια. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα μεγάλο κομπολόι και μία τουπούζα, πιθανός φαλλό, στο άλλο και κάπνιζε ναργιλέ.
Ήταν τοποθετημένος σ’ ένα κάρο και οι άνδρες που τον πλαισίωναν ήταν και αυτοί μεταμφιεσμένοι. Ντυνόταν άλλοι γύφτοι με κουδούνια, με κουτσούρες και με ξύλα στα χέρια , άλλοι ντύνονταν ζωόμορφα και άλλοι ντυνόταν κοκκόνες. Από αυτές τις κοκόνες άλλες ήταν πάνω στο κάρο μαζί με το "Μπέη" και κάποιες άλλες το ακολουθούσαν.

Ο αγερμός
Ο "Μπέης" με τους συνοδούς του γυρνούσαν στο χωριό από σπίτι σε σπίτι. Στο κάθε σπίτι που πήγαιναν τοποθετούσαν το κάρο μπροστά στο σοκάκι της αυλής, έπιναν κρασί, χόρευαν (συνήθως συρτούς χορούς) και έδιναν ευχές για καλή χρονιά και καλή σοδειά.
Ο νοικοκύρης και η νοικοκυρά του σπιτιού έβγαιναν στην αυλή τους. Ο νοικοκύρης έδινε λεφτά. Η νοικοκυρά έπρεπε υποχρεωτικά να δώσει στο "Μπέη" ένα πιάτο αλεύρι, λίγα αυγά από τις κότες του σπιτιού και σιτάρι ή καλαμπόκι ή σκουπόσπορο, οτιδήποτε δηλαδή από τα γεωργικά προϊόντα που καλλιεργούσαν και είχαν στο σπίτι. Τα προϊόντα αυτά τα έπαιρναν οι κοκκόνες του "Μπέη" και τα τοποθετούσαν πάνω στο κάρο. Τότε ο "Μπέης" σηκωνόταν από τη θέση του, πετούσε δύο-τρεις φούχτες καλαμπόκι ή σιτάρι στην αυλή του σπιτιού και έδινε ευχές όπως καλή χρονιά, καλή σοδιά, καλό «μπερεκέτι», καλές αρραβώνες, χαρές, παιδιά και επειδή όλοι τότε ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία έδινε και ευχές για τα ζώα (τις αγελάδες, τα βουβάλια, τα πρόβατα κ.τ.λ.) όπως να είναι γερά, να γεννήσουν δίδυμα, να γίνουν πολλά κιλά, που αυτόματα σήμαινε κέρδη για το νοικοκύρη. Λέγοντας λοιπόν τις ευχές αυτές αποχωρούσε από το σπίτι και πήγαινε στο επόμενο.
Στη διαδρομή αν συναντούσαν κάποιον άντρα στο δρόμο ή να κάθεται στο καφενείο του χωριού τον έπαιρναν οι συνοδοί του "Μπέη" και τον πήγαιναν σ’ αυτόν. Τον αναποδογύριζαν και ο "Μπέης" τον χτυπούσε με την «τουπούζα» στα πέλματα των ποδιών για να τον τιμωρήσει που δεν ήταν στο σπίτι να τον περιμένει. Για να γλιτώσει ο άντρας έταζε χρήματα στο Μπέη. «5 δραχμές» έλεγε ο άντρας, «όχι» έλεγε ο Μπέης και τον χτυπούσε, «10 δραχμές, όχι» και αυτό συνεχιζόταν μέχρι να ικανοποιηθεί ο Μπέης και να αφήσει τον άντρα. Στη συνέχεια ο άντρας έπρεπε να δώσει στο Μπέη τα χρήματα που είχε τάξει.
Αξιοσημείωτο είναι ότι υπάρχουν αναφορές κατοίκων του χωριού που λένε ότι μ’ αυτό τον τρόπο διασκέδαζαν και τους Τούρκους, οι οποίοι βλέποντας τον Τούρκο Μπέη να χτυπά τον Έλληνα ένιωθαν ευχαρίστηση και έδιναν απλόχερα λεφτά, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι για να οργανωθούν σε τυχόν επανάσταση.

Η μάζωξη στην πλατεία του χωριού
Αργά το απόγευμα αφού είχε τελειώσει ο αγερμός σ’ όλα τα σπίτια του χωριού, κατέληγαν στην πλατεία. Εκεί μαζευόταν όλοι οι κάτοικοι και αναποδογύριζαν τον Μπέη. Σήκωναν το κάρο, ο Μπέης πηδούσε κάτω και έλεγαν ότι «ξέφυγε αυτός ο Μπέης» , δεν μπόρεσαν δηλαδή να τον εξοντώσουν.
Στη συνέχεια ένας από την παρέα του Μπέη, μετρούσε με βήματα ένα μέρος στην πλατεία, σαν να ήταν χωράφι και το οργώνανε εικονικά. Τοποθετούσαν δύο άντρες να τραβήξουν το αλέτρι, αντί για ζώα και ο Μπέης όργωνε. Μ΄ αυτό ήθελαν να δείξουν ότι βρίσκονταν κάτω από τον Τούρκικό ζυγό. Έπειτα μέσα από κάποιο δοχείο, ο Μπέης έριχνε, όπως ακριβώς ρίχνει και ο αγρότης, σιτάρι ή καλαμπόκι μαζί με καραμέλες, που συμβόλιζαν τη γλυκιά ευφορία και έδινε ευχές για καλή σοδειά, καλό «μπερεκέτι» και καλή χρονιά.

Η εκλογή του νέου Μπέη
Στο τέλος γινόταν η εκλογή του νέου Μπέη ο οποίος θα αναβίωνε το έθιμο την επόμενη χρονιά. Ζυμώνανε ένα ψωμί και βάζανε μέσα ένα νόμισμα. Στη συνέχεια κόβανε την πίτα σε τόσα κομμάτια, όσοι ήταν και οι ενδιαφερόμενοι. Σε όποιον τύχαινε το νόμισμα αναλάμβανε να μαζέψει την παρέα του και να αναβιώσει το έθιμο την επόμενη χρονιά. Με την πάροδο όμως του χρόνου η εκλογή του νέου Μπέη άρχισε να γίνεται είτε με κλήρωση είτε απλά αποφάσιζαν δια βοής.

Η σκοπιμότητα του εθίμου
Όλα τα παραπάνω είχαν μια σκοπιμότητα. Τα αγροτικά προϊόντα που συγκέντρωναν στη συνέχεια τα πουλούσαν. Ένα μέρος των χρημάτων που αποκόμιζαν τα έδιναν σε χήρες και ορφανά που δεν είχαν τα «προς το ζην», στην εκκλησία και στα σχολεία του χωριού. Ένα άλλο μέρος προορίζονταν για την προετοιμασία της Παλαίστρας που τελούνταν ανήμερα της γιορτής του Αη-Γιώργη, ως προέκταση του δρωμένου του Μπέη.

Ο χορός
Ο χορός ξεκινούσε απ’ την πλατεία του χωριού αμέσως μετά την εκλογή του νέου Μπέη. Ο παλιός Μπέης μαζί με το νέο ξεκινούσαν το χορό, που πάντοτε ήταν ο Συρτός. Ακολουθούσαν οι σύζυγοι τους καθώς και οι γυναίκες των συγγενών και φίλων του παλιού Μπέη ντυμένες με την παραδοσιακή ενδυμασία του χωριού, τα Νυφκάτα, και στη συνέχεια ακολουθούσαν όσοι κάτοικοι απ’ το χωριό το ήθελαν.
Οι χοροί που συνήθως χόρευαν ήταν Συρτοί 7σημοι και 9σημοι, αντικριστές φόρμες όπως Πηδηχτούς και Καρσιλαμάδες Κούτσο και ορισμένες φορές και τον Καάπικο. Μόλις άρχιζε να σουρουπώνει το γλέντι μεταφερόταν μέσα σε μία απ’ τις ταβέρνες του χωριού, όπου πλέον συμμετείχαν μόνο ζευγάρια, και συνεχιζόταν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.


ΤΟ ΧΟΡΕΥΤΙΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ ΤΗΣ "ΚΑΝΙΛΙΤΣΑΣ"


της Ελένης Φ. Φιλιππίδου
Πτυχιούχου Τ.Ε.Φ.Α.Α Πανεπιστημίου Αθηνών
Ερευνήτριας-Χοροδιδασκάλου


Εισαγωγή
Η γιορτή της γέννησης του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, στις 24 Ιουνίου, έχει συνδυαστεί με έθιμα τα οποία μεταφέρουν στη χριστιανική εποχή τελετές και δρώμενα προγενέστερων εποχών. Προφανώς, η ημερολογιακή προσέγγιση με το θερινό ηλιοτρόπιο εξηγεί αυτήν τη διαχρονική συνέχιση. Λαϊκή μαντική διαδικασία, από τις πιο τελετουργικές όλων των παραδόσεων του τόπου μας, το έθιμο του Κλήδονα, σύμφωνα με το οποίο αποκαλύπτεται στις άγαμες κοπέλες η ταυτότητα του μελλοντικού τους συζύγου, έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Η αναφορά στην Πυθία είναι έκδηλη, ενώ η ίδια η λέξη υπάρχει από την εποχή του Ομήρου. Κληδών ονομαζόταν ο προγνωστικός ήχος, και κατ' επέκταση το άκουσμα οιωνισμού ή προφητείας, ο συνδυασμός τυχαίων και ασυνάρτητων λέξεων ή πράξεων κατά τη διάρκεια μαντικής τελετής, στον οποίο αποδιδόταν προφητική σημασία.
Στη Νέα Βύσσα το έθιμο του Κλήδονα είναι γνωστό με το όνομα "Κανιλίτσα", πιθανότατα παραλλαγή του ονόματος "Καληνύτσα" εκ του "Καλή νυφίτσα" και τούτο διότι εκείνη την ημέρα συνηθιζόταν νεαρά κορίτσια να ντύνονται νύφες. Το έθιμο της "Κανιλίτσας" είναι ευετηριακό χορευτικό δρώμενο, το οποίο τελείται στις 24 Ιουνίου. Το έθιμο αυτό παλιότερα τελούνταν στο Μποσνοχώρι της Ανδριανούπολης. Ωστόσο τον Αύγουστο του 1923, με τη συνθήκη της Λωζάνης, πού όριζε τα όρια μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι Μποσνοχωρίτες μεταφέρθηκαν στην τοποθεσία όπου βρίσκεται σήμερα η Νέα Βύσσα, φέρνοντας μαζί τους και τα ήθη και έθιμά τους. Ένα από τα έθιμα αυτά ήταν και το έθιμο και της "Κανιλίτσας".

Η Παραμονή του Εθίμου
Το έθιμο τελείται σε κάθε γειτονιά, στο πηγάδι κάποιου σπιτιού και γενικότερα όπου υπάρχει νερό. Την παραμονή της γιορτής του Ιωάννη του Προδρόμου, στις 23 του Ιούνη, τέσσερα ελεύθερα κορίτσια στέκονται μπροστά σε ένα πηγάδι, κρατώντας ένα λευκό σεντόνι πάνω από το κεφάλι τους από τις τέσσερις γωνίες του και τραγουδώντας:

Κανιλίτσα μου προυτουστέφανη
μάνα μ’ με στειλει
για κρυό νερό και για δροσερό
να ποτίσουμι το βασιλικό και το μαραντό

Μετά την ολοκλήρωση του τραγουδιού, μια γυναίκα αντλεί ένα κουβά νερό από το πηγάδι και το ρίχνει πάνω στο σεντόνι.
Στο σημείο αυτό αρμόζει να αναφερθεί ότι σε περιπτώσεις ανομβρίας τα τέσσερα αυτά κορίτσια με το σεντόνι πάνω από το κεφάλι, διαβαίνουν σε όλα τα σπίτια του χωριού τραγουδώντας τους ίδιους στίχους και οι νοικοκυρές του κάθε σπιτιού τους ρίπτουν νερό. (έθιμο "Ντόντουλας")

Τα σημάδια
Το σούρουπο της ίδιας μέρας τα κορίτσια που θα συμμετέχουν στο έθιμο της "Κανιλίτσας" ρίπτουν μέσα σ’ ένα "μαστραπά" γεμάτο με νερό και λουλούδια, τα "σημάδια" τους (χρυσαφικά) δεμένα σε μία κλωστή. Στη συνέχεια κλείνουν το "μαστραπά" και τον αφήνουν έξω στην αυλή, όλο το βράδυ, έτσι ώστε να δουν τα σημάδια τους τα άστρα και να ’χουν επιτυχία στην επιλογή συντρόφου.

Η Μέρα του Εθίμου
Η μάζωξη
Στο σπίτι όπου θα τελεστή το έθιμο μαζεύονται όλα τα ελεύθερα κορίτσια, ηλικίας 9-12 ετών, που θα συμμετάσχουν σε αυτό. Μαζί τους βρίσκονται και τα τρία "Κανιλιτσούδια", μικρά κορίτσια ηλικίας 5-8 ετών. Όλα μαζί τα κορίτσια περιμένουν τη νύφη, η οποία έρχεται από γειτονικό σπίτι.

Η νύφη
Η κοπέλα που ντύνεται νύφη, πρέπει να είναι ελεύθερη και κάθε χρόνο διαφορετική. Κάθε γειτονιά είχε τη δική της νύφη, η οποία φορούσε την νυφική τοπική ενδυμασία, τα "νυφκάτα" και στο κεφάλι της είχε τη "γκαρλάντα".
Αφού συναθροίζονται τα κορίτσια στον τόπο, όπου θα τελεστή το έθιμο, η νύφη μαζί με δύο φίλες της, οι οποίες την κρατάνε, η μία από δεξιά και η άλλη από αριστερά, βγαίνουν από μέσα από ένα "μπαχτσε" γεμάτο με λουλούδια. Τα τρία κορίτσια περπατάνε μέχρι το σπίτι, όπου θα γίνει η αναβίωση του εθίμου, τραγουδώντας τα ακόλουθα τρία τραγούδια.

1. Κι ου βασιλιάς δα κάμει χαρά (δις)
χαρά κι παναήρι (δις)
Καλνάει δώδεκα χωριά (δις)
και δεκαπέντε κάστρα (δις)
Καλνάει και τον Κωνσταντή(δις)
γαμπρό για να τον κάμει(δις)
Κι ο Κωνσταντής απ’ τη ντροπή(δις)
γύδρους τον περιχιέται(δις)
Βασιλοπούλα τον κοιτάζει(δις)
πο’ να ψηλό σαράι(δις)
Τουν ρίχνει ένα χρυσό τσιβρέ (δις)
τουν γύδρου τ’ να σφουγγίσει. (δις)

2. Τρία καράβια έρχονται, μακριά είνι δεν φαίνονται
μακριά κι αν αρμενίζουν, την αγάπη μου γυρίζουν (δις).
Το ένα φέρνει τη βροχή, να ζήσει η αγάπη μου η χρυσή
αχ και τ’ άλλο πάει αντάμα, στην αγάπη μου για πάντα (δις).
Το τρίτο πάει δρομί-δρομί, βρίσκει την πόρτα της κλειστή
αχ και τα κλειδιά παρμένα, κλάιν’ τα μάτια μου για σένα (δις).
Και τη γειτόνισσα ρωτώ, που είνι η αγάπη μ’ π’ αγαπώ
αχ μέσα είναι και κοιμάται, και για σένα δε θυμάται (δις).
Κοιμάται με τη μάνα της, ας παρ’ και μένα αντάμα της
αχ και με τον αδερφό της, ας παρ’ και μένα στο πλευρό της (δις).

3. Ανάμεσα σε δυο βουνά αμπέλι φυτιμένου
κάνει σταφύλι ριζιτό κι του κρασί τ΄μιλάτου.
Όποια μάνα κι αν το πινε ποτές πιδί δεν κάμει.
ας το πινι κι η μάνα μου κι ας μη με κάμνει μένα.
Τι μ’έκαμει κι μ’ αφησει στα έρημα στα ξένα
καμνου τις ξένις αδερφές, τις ξένις κάμνου μάνις.
Κάμνου κι μια παραδερφή τα ρούχα μ’ να μι πλύνει
τα πλένει μια, τα πλένει δυο, στο τρίτο τα βαριεται.

Άνοιγμα "μαστραπά"
Με τον ερχομό της νύφης στον τόπο τέλεσης του εθίμου, οι μεγαλύτερες κοπέλες και τα "Κανιλιτσούδια" σχηματίζοντας ζευγάρια τοποθετούνται σε δύο ομόκεντρους κύκλους, στον εσωτερικό κύκλο κάθονται τα τρία "Κανιλιτσούδια" και στον εξωτερικό οι μεγάλες κοπέλες με τη νύφη καθισμένη σε μια καρέκλα. Στο κέντρο των δύο κύκλων είναι τοποθετημένος ο "μαστραπάς", με τα σημάδια.
Αμέσως μετά, μία γυναίκα πρωτοστέφανη, νιόπαντρη, έχοντας και τους δυο της γονείς εν ζωή και επίσημα ντυμένη ανοίγει το "μαστραπά", τραγουδώντας τα παρακάτω:

Άνοιξε Κληδω μ’ άνοιξε
ν’ ανοίξει το ριζικό μας
κι όσα καλά της Βενετιάς
όλα να ’ναι δικά μας.

Στη συνέχεια όλα τα κορίτσια μαζί τραγουδάνε:

Μας άνοιξαν το "μαστραπά"
να πούμε τα τραγούδια
να μας ακούσουν οι έμορφες
και τα παλληκαρούδια

Κατόπιν με τη σειρά τα ζευγάρια τραγουδάνε από ένα "μανέ". Αφού τελειώσουν όλα τα ζευγάρια με τους "μανέδες" τους, ξεκινάνε τα "Κανιλιτσούδια" να λένε και κείνα το δικό τους "μανέ". Ενδεικτικά αναφέρονται:

1. Αρχίνιψι γλουσσίτσα μου
Κοτσάκια ν’ αραδιάζεις
Τους έμορφους από ψηλά
για να τους κατεβάζεις.

2. Ζωγράφος που ζωγράφισε
τον Άγιο Κωνσταντίνο
να ζωγραφίσ’ και το πουλί μ’
χίλια φλουριά του δίνω.

3. Τριανταφυλλούδα μ’ κόκκινη
Λουίρ-λουίρ κουντζέδις
Κι από καρσί τσακίσματα
Κι από κοντά τσιουλμπέδις

4. Μέσα στη μέσ’ τη θάλασσα
Είδια ένα λιλέκι
Θάρσα ήταν αγάπη μου
Με τ’ άσπρο του γιλέκι

Σε κάθε "μανέ" που λέει ένα "Κανιλιτσούδι", τραβά την κλωστή από το "μαστραπά" και βγάζει ένα σημάδι. Όλο το παραπάνω εθιμοτυπικό επαναλαμβάνεται μέχρις ότου τελειώσουν όλα τα σημάδια. Όταν το έθιμο φτάνει στο τέλος του τα αγόρια της γειτονιάς πού έχουν μαζευτεί γύρω από την αυλή του σπιτιού, ρίπτουν στα κορίτσια "αυρόμπλα" και κατόπιν ξεκινά από τις συμμετέχουσες ο χορός, πού πάντα ήταν ο 7σημος Συρτός.

"ΤΑ ΚΑΝΙΛΙΤΣΙΑΤΚΑ"
Την παραμονή της γιορτής των Αγίων Αποστόλων γινόταν τα "Κανιλιτσιατ’κα", τουτέστιν το γλέντι της "Κανιλίτσας". Από νωρίς συναθροίζονται σε κάποιο σπίτι όλες οι μητέρες των κοριτσιών, που συμμετείχαν στο έθιμο φέρνοντας η καθεμιά από το σπίτι της υλικά για την παρασκευή της "μηλίνας", όπως επίσης φρούτα και λαχανικά.
Μετά την ολοκλήρωση της προετοιμασίας του γλεντιού, από τις μητέρες, αρχίζουν να καταφθάνουν στο σπίτι και τα κορίτσια, τα οποία φέρνουν μαζί τους και μία δραχμή, την οποία δίνουν για να πάρουν πίσω τα σημάδια τους. Στη συνέχεια όλες μαζί ξεκινάνε το τραγούδι.